σε θέλω, σα μη σ’ έχω γαμήσει ποτέ.

σε θέλω, σα μη σ’ έχω γαμήσει ποτέ.

βλέπω τα χέρια  σου απλωμένα στα σεντόνια,

σχοινιά που θα δέσουμε τους καρπούς, τα πόδια και τους λαιμούς μας.

κρεμασμένοι απ’ το ταβάνι, καθηλωμένοι στο πάτωμα, με το πρόσωπο στον τοίχο, με το χνώτο στον καθρέφτη.

πες μου μετά αν θα απομείνει λίγη σάρκα,

αν θα μείνει έστω μια τελευταία ανάσα να βγει απ’ τα στόματα που μυρίζουν εμένα και σένα ανακατεμένους, μπερδεμένους, μισούς, πολλαπλασιασμένους.

σε θέλω, σα μη σ’ έχω γαμήσει ποτέ.

και θέλω να υποτάξω το παρελθόν σου, να το εξαφανίσεις, καθώς μιλάς γι’ αυτό

να γίνεις άνθρωπος χωρίς παρελθόν μόνο με σημάδια από δαγκώματα στο στήθος και την πλάτη, μόνο με σημάδια στους καρπούς και στη γλώσσα.

στη γλώσσα. περιγράφοντας κάποιο παλιό άδειο ποτήρι, κάποιο βρώμικο σεντόνι, η γλώσσα να δεθεί κόμπο πάνω στη δική μου και κει να ειπωθούν πια όλα, να παιχτεί ένα έργο για τυφλούς, να πουν λογάκια οι άσπροι τοίχοι, να τραγουδηθεί αυτό που δεν είχε ήχο, να μιλήσει η άμμος που κόλλησε μέσα στο μαγιό και το κλειδί που άνοιξε το σπίτι, τότε, 5 η ώρα, τύφλα και ζαλάδα και ξέπνοες καληνύχτες που δεν εννοούσες ποτέ και ύστερα το άδειο σπίτι.

σε θέλω, σα να μη σ’ έχω γαμήσει ποτέ.

σε εισόδους πολυκατοικιών, σε σκληρά κρεβάτια, στον άβολο καναπέ, με το βότσαλο να γδέρνει την πλάτη, τα γόνατα να γίνονται σμπαράλια, την ανάσα να κόβεται, να ανεβαίνεις τρέχοντας την πιο απότομη ανηφόρα του παλιού κόσμου και χωρίς στάση να τρέχεις, χωρίς διακοπή να τρέχεις, χωρίς τέλος να τρέχεις, μέχρι η οθόνη να γράψει fin με ένα πηχτό μαύρο και ένα αχ σα να κόντεψες να πεθάνεις, ένα αχ σα να τη γλίτωσες τελευταία στιγμή, ένα αχ τελευταίο, λες και μπορεί να μη τη γλιτώσεις. Να μη τη γλιτώσεις.

Εδώ και τώρα να πεθάνουμε πάνω σ’ ένα λευκό ιδρωμένο σεντόνι.

σε θέλω.

σε θέλω, σα να μη σ’ έχω γαμήσει ποτέ.

σε κοιτάζω σα λάφυρο και σαν φαγητό σε τραπέζι διονυσιακού πανηγυριού, σαν ποτήρι νερό, σαν ουίσκι σε επαρχιακό σκυλάδικο, σαν την πρώτη γυμνή πλάτη της άνοιξης, σαν άνοιξη με πρόσωπο, σαν μπολ σταφύλια πριν τον μεσημεριανό ύπνο και σαν καυτό σφηνάκι στις πρώτες εφηβικές διακοπές.

σε θέλω, σα να μη σ’ έχω γαμήσει ποτέ.

κι όταν δεν κάθεσαι μαζί μου, σε κρυφοκοιτάζω, παρατηρώ τα χείλη, τα μαλλιά, τον τρόπο που μιλάς σε κάποιον, τον τρόπο που γελάς με τ’ αστεία τους, την αγκαλιά σε κάποιον που μόλις ήρθε, τον τρόπο που σφίγγεις τα κορμιά και τα χέρια και το τσιγάρο ανάμεσα στο στόμα και τα δάχτυλα και,

και θέλω εκεί να σε αρπάξω, να αρπάξω το κορμί σου, να το σπάσω, να το λιώσω μες στα χέρια μου. να γίνω τανάλια, σφυρί, μέγγενη, όπλο, ναι καλύτερα όπλο και να σε πυροβολήσω με τον εαυτό μου, να σε στήσω στον τοίχο, να σε εκτελέσω εγώ ο ίδιος με μένα για μένα «ενάντια στη θέλησή μου».

σε θέλω, σα να μη σ’ έχω γαμήσει ποτέ.

μπαίνεις στο σπίτι και ανθίζουν τα τραπέζια, βγαίνει χώμα απ’ τις μασχάλες, καίγονται τα τζάμια, θολώνουν οι οθόνες, δεν υπάρχει πια τίποτα, δεν παίζουν οι συσκευές, κόλλησαν όλα σε ένα αιώνιο στοπ, γυρνάνε ανάποδα οι ανεμιστήρες και βγάζουν καύσωνα, φυσάει κάθετα πάνω στο κρεβάτι,

και σκέφτομαι μόνο, πότε θα γδυθείς, πότε θα πάς τουαλέτα, πότε θα κυκλοφορήσεις τριάντα δευτερόλεπτα γυμνή, να διασχίσεις την κρεβατοκάμαρα, το διάδρομο, τη μάσκα μου, τον κόσμο

και σε θέλω και θα σε θέλω λες και είδα πρώτη φορά την ελιά σου και το ύφος σου και το πρόσωπό σου γυρισμένο, κολλημένο στο μαξιλάρι την ώρα που σε θέλω, σα να μη σ’ έχω γαμήσει ποτέ,

κι ύστερα. κι ύστερα αρχίζει μια ολόκληρη ιστορία, τόμοι επί τόμων και σελίδες, διηγήσεις και πολλαπλά παρελθόντα και μέλλοντα που πάνε ως το πουθενά που δε φανταζόμαστε κι ούτε μπορούμε να φανταστούμε έτσι βουτηγμένοι στον έρωτα.

Κι ύστερα, βλέπω την πλάτη σου.

1#

  1. dajana-wonderwall reblogged this from imfoolish and added:
    κι όταν δεν κάθεσαι μαζί μου, σε κρυφοκοιτάζω, παρατηρώ τα χείλη, τα μαλλιά, τον τρόπο που μιλάς σε κάποιον, τον τρόπο...
  2. imfoolish posted this